δονητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δονητής δονητές
γενική δονητή δονητών
αιτιατική δονητή δονητές
κλητική δονητή δονητές
δονητές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δονητής < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δονητής αρσενικό

  1. σεξουαλικό βοήθημα εισχώρησης - συχνά με εσωτερικό μηχανισμό δόνησης

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]