δονητής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο δονητής οι δονητές
      γενική του δονητή των δονητών
    αιτιατική τον δονητή τους δονητές
     κλητική δονητή δονητές
Παράρτημα:Ουσιαστικά
δονητές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δονητής < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δονητής αρσενικό

  • σεξουαλικό βοήθημα εισχώρησης - συχνά με εσωτερικό μηχανισμό δόνησης

Παράγωγες λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]