δονώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δονώ < αρχαία ελληνική δονέω-δονῶ

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðɔ.ˈnɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

δονώ, πρτ.: δονούσα, στ.μέλλ.: θα δονήσω, αόρ.: δόνησα, παθ.φωνή: δονούμαι, μετ. παθητ. ενεστ.: δονούμενος

  1. τραντάζω, κραδαίνω, πάλλω
    ο σεισμός ήταν τόσο δυνατός, που δόνησε ολόκληρη την περιοχή
  2. (μεταφορικά) προκαλώ έντονη συγκίνηση
    ο Θούριος του Ρήγα δονούσε τις ψυχές των υπόδουλων Ελλήνων

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]