δουλίτσα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δουλίτσα δουλίτσες
γενική δουλίτσας
αιτιατική δουλίτσα δουλίτσες
κλητική δουλίτσα δουλίτσες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δουλίτσα < δουλειά + υποκοριστικό επίθημα -ίτσα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δουλίτσα θηλυκό

  1. υποκοριστικό του δουλειά
  2. δουλειά, κάτι όχι ιδιαίτερο σοβαρό που έχω να κάνω
    έχω να κάνω κάτι δουλίτσες αύριο στο κέντρο
  3. (οικείο) δουλειά, εργασία
    κοίτα να βρεις καμιά δουλίτσα, ως πότε θα σε τρέφει ο πατέρας σου;

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]