δουλοκτητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δουλοκτητικός δουλοκτητική δουλοκτητικό
γενική δουλοκτητικού δουλοκτητικής δουλοκτητικού
αιτιατική δουλοκτητικό δουλοκτητική δουλοκτητικό
κλητική δουλοκτητικέ δουλοκτητική δουλοκτητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δουλοκτητικοί δουλοκτητικές δουλοκτητικά
γενική δουλοκτητικών δουλοκτητικών δουλοκτητικών
αιτιατική δουλοκτητικούς δουλοκτητικές δουλοκτητικά
κλητική δουλοκτητικοί δουλοκτητικές δουλοκτητικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δουλοκτητικός < δουλοκτήτης + -ικός

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δουλοκτητικός, -ή, -ό

  1. που έχει ως βασικό του χαρακτηριστικό το θεσμό της δουλείας, που σχετίζεται με τη δουλοκτησία
    δουλοκτητικό σύστημα παραγωγής


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]