δοχείο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δοχείο δοχεία
γενική δοχείου δοχείων
αιτιατική δοχείο δοχεία
κλητική δοχείο δοχεία

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δοχείο < αρχαία ελληνική δοχεῖον

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δοχείο ουδέτερο

  1. κοίλο σκεύος που χρησιμεύει στη φύλαξη διαφόρων ουσιών, στερεών, υγρών ή αερίων
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αγγείο, βάζο, κάπι, σκεύος
  2. (ειδικότερα) ουροδοχείο (δείτε αυτή τη λέξη)
  3. (παρωχημένο) ο υπόγειοςισόγειος) αποθηκευτικός χώρος, όπου διατηρείται σχετικά χαμηλή θερμοκρασία, για την συντήρηση των τροφίμων
    Κάτω από την τραπεζαρία και δυτικά του παρεκκλησίου των Τριών Ιεραρχών βρίσκεται το Δοχείο της μονής Βαρλαάμ
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: κελάρι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[]

δείτε τη λέξη: δέχομαι

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[]

32πχ Μεταφράσεις[]