δούλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δούλα οι δούλες
      γενική της δούλας
    αιτιατική τη δούλα τις δούλες
     κλητική δούλα δούλες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δούλα < θηλυκό του δούλος

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δούλα θηλυκό

  1. γυναίκα με την ιδιότητα του δούλου, σκλάβα
  2. (παρωχημένο) (λαϊκότροπο) η υπηρέτρια
    Πήγαμε στο αρχοντικό του Βερνάρδου• μας έστρωσαν οι δούλες τραπέζι. (Νίκος Καζαντζάκης, Ο φτωχούλης του Θεού)

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  • η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά: η άξια νοικοκυρά, ενώ είναι κυρά στο σπίτι της, δουλεύει πολύ σκληρά (σαν να ήταν δούλα) για να διατηρεί το νοικοκυριό της σε άριστη κατάσταση


Μεταφράσεις[επεξεργασία]