δούλα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δούλα δούλες
γενική δούλας
αιτιατική δούλα δούλες
κλητική δούλα δούλες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δούλα < θηλυκό του δούλος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δούλα θηλυκό

  1. γυναίκα με την ιδιότητα του δούλου, σκλάβα
  2. (λαϊκό) υπηρέτρια

Εκφράσεις[]

  • η καλή νοικοκυρά είναι δούλα και κυρά: η άξια νοικοκυρά, ενώ είναι κυρά στο σπίτι της, δουλεύει πολύ σκληρά (σαν να ήταν δούλα) για να διατηρεί το νοικοκυριό της σε άριστη κατάσταση


32πχ Μεταφράσεις[]