δούλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δούλος δούλοι
γενική δούλου δούλων
αιτιατική δούλο δούλους
κλητική δούλε δούλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δούλος < αρχαία ελληνική δοῦλος < μυκηναϊκή διάλεκτος 𐀈𐀁𐀫 (do-e-or) < χαναανική *dōʾēlu (υπηρέτης, ακόλουθος)

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ˈðu.lɔs/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δούλος αρσενικό (θηλυκό: δούλα ή δούλη)

  1. αυτός που έχει χάσει την ελευθερία και πολλά από τα δικαιώματα και βρίσκεται στην ιδιοκτησία κάποιου
  2. (μεταφορικά) που εξαρτάται από κάποιον ή κάτι
  3. (παρωχημένο) (μειωτικά) υπηρέτης

Εκφράσεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]