δοῦλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική δοῦλος δούλω δοῦλοι
Γενική δούλου δούλοιν δούλων
Δοτική δούλ δούλοιν δούλοις
Αιτιατική δοῦλον δούλω δούλους
Κλητική δοῦλε δούλω δοῦλοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δοῦλος < μυκηναϊκή διάλεκτος 𐀈𐀁𐀫 (do-e-or) < χαναανική *dōʾēlu (υπηρέτης, ακόλουθος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δοῦλος αρσενικό (θηλυκό: δούλη)

  1. δούλος
    Books-aj.svg aj ashton 01g.png αντώνυμα: δεσπότης
  2. δουλοπρεπής, δουλικός
  3. υποτελής
  4. δευτερεύων, εξαρτημένος

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • η λέξη σήμαινε, κυρίως, το άτομο που δεν έχει δική του γη και όχι εκείνον που είχε αιχμαλωτισθεί για να εργάζεται σαν δούλος τον οποίο ονόμαζαν ανδράποδο