δοῦλος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: δούλος

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική δοῦλος δούλω δοῦλοι
Γενική δούλου δούλοιν δούλων
Δοτική δούλ δούλοιν δούλοις
Αιτιατική δοῦλον δούλω δούλους
Κλητική δοῦλε δούλω δοῦλοι

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δοῦλος < < χαναανική *dōʾēlu «υπηρέτης, ακόλουθος».[1] Συγγενής η μυκηναϊκή 𐀈𐀁𐀫 (do-e-or).[2]

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /dôːlos/ (προφορά περίπου τον 5ο αιώνα πκε)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δοῦλος αρσενικό (θηλυκό: δούλη)

  1. δούλος
     αντώνυμα: δεσπότης
  2. δουλοπρεπής, δουλικός
  3. υποτελής
  4. δευτερεύων, εξαρτημένος

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Σημειώσεις[επεξεργασία]

  • η λέξη σήμαινε, κυρίως, το άτομο που δεν έχει δική του γη και όχι εκείνον που είχε αιχμαλωτισθεί για να εργάζεται σαν δούλος τον οποίο ονόμαζαν ανδράποδο

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Αναφορές[επεξεργασία]

  1. Rafał Rosół, Frühe Semitische Lehnwörter im Griechischen, Peter Lang, Φραγκφούρτη, 2013, σελ. 18.
  2. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας. 

Πηγές[επεξεργασία]