δράκος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Δράκος, δρακός

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δράκος δράκοι
γενική δράκου δράκων
αιτιατική δράκο δράκους
κλητική δράκε δράκοι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δράκος < μεσαιωνική ελληνική δράκος < αρχαία ελληνική δράκων

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δράκος αρσενικό (θηλυκό: δράκαινα, δράκισσα, δρακόντισσα)

  1. (λαογραφία) φανταστικό τέρας με υπερφυσικές ιδιότητες
  2. (μεταφορικά) χαρακτηρισμός ενός κακού και σκληρόκαρδου ανθρώπου
  3. (μεταφορικά) χαρακτηρισμός ενός κατ' εξακολούθηση βιαστή

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]