Μετάβαση στο περιεχόμενο

δρέπω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δρέπω < αρχαία ελληνική δρέπω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dhrebh-

δρέπω

  1. θερίζω, κόβω
  2. απολαμβάνω

Εκφράσεις

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
Αρχικοί
χρόνοι
Φωνή
Eνεργητική
Φωνή
Μέση & Παθητική
Ενεστώτας  δρέπω   δρέπομαι 
Παρατατικός  ἔδρεπον   ἐδρεπόμην 
Μέλλοντας  δρέψω   δρέψομαι και δρεφθήσομαι 
Αόριστος  ἔδρεψα   ἐδρεψάμην και ἐδρέφθην 
Παρακείμενος
Υπερσυντέλικος
Συντελ.Μέλλ.

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δρέπω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dhrebh- / *drep-

δρέπω

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Συγγενικά

[επεξεργασία]