δρέπω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δρέπω < αρχαία ελληνική δρέπω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dhrebh-
Ρήμα
[επεξεργασία]δρέπω
Εκφράσεις
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| Αρχικοί χρόνοι |
Φωνή Eνεργητική |
Φωνή Μέση & Παθητική |
|---|---|---|
| Ενεστώτας | δρέπω | δρέπομαι |
| Παρατατικός | ἔδρεπον | ἐδρεπόμην |
| Μέλλοντας | δρέψω | δρέψομαι και δρεφθήσομαι |
| Αόριστος | ἔδρεψα | ἐδρεψάμην και ἐδρέφθην |
| Παρακείμενος | ||
| Υπερσυντέλικος | ||
| Συντελ.Μέλλ. |
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δρέπω < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή ρίζα *dhrebh- / *drep-
Ρήμα
[επεξεργασία]δρέπω
Παράγωγα
[επεξεργασία]Συγγενικά
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- δρέπω - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.