δραματοποιώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δραματοποιώ < δράμα + -ποιώ

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

δραματοποιώ (παθητικός τύθπος: δραματοποιούμαι)

  1. δίνω δραματική (θεατρική) μορφή σε ένα κείμενο
  2. παρουσιάζω ένα γεγονός πιο δραματικό από όσο είναι στην πραγματικότητα
    συνώνυμα: τραγικοποιώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]