δραπετομανία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δραπετομανία οι δραπετομανίες
      γενική της δραπετομανίας των δραπετομανιών
    αιτιατική τη δραπετομανία τις δραπετομανίες
     κλητική δραπετομανία δραπετομανίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δραπετομανία < λόγιο ενδογενές δάνειο: αγγλική drapetomania (όρος του 19ου αιώνα)

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δραπετομανία θηλυκό (ψευδεπιστημονικός όρος)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

  • drapetomania στην αγγλόγλωσση Βικιπαίδεια Wikipedia-logo-v2.svg

Μεταφράσεις[επεξεργασία]