δραστήριος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δραστήριος δραστήρια δραστήριο
γενική δραστήριου δραστήριας δραστήριου
αιτιατική δραστήριο δραστήρια δραστήριο
κλητική δραστήριε δραστήρια δραστήριο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δραστήριοι δραστήριες δραστήρια
γενική δραστήριων δραστήριων δραστήριων
αιτιατική δραστήριους δραστήριες δραστήρια
κλητική δραστήριοι δραστήριες δραστήρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δραστήριος < → λείπει η ετυμολογία

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðɾaˈsti.ɾi.ɔs/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δραστήριος -α -ο

  • που συνηθίζει να δρα, που χαρακτηρίζεται από ενεργητικότητα και παίρνει πρωτοβουλίες
    ένας δραστήριος άνθρωπος, επιστήμονας, επιχειρηματίας
  • που χαρακτηρίζεται από συνεχή δράση
    το δραστήριο φιλανθρωπικό έργο του

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]