δραχμοποιημένου
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Κλιτικός τύπος μετοχής
[επεξεργασία]δραχμοποιημένου
- γενική ενικού, αρσενικού γένους του δραχμοποιημένος
- γενική ενικού, ουδέτερου γένους του δραχμοποιημένος
δραχμοποιημένου