δρομεύς

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική δρομεύς δρομεῖ δρομεῖς
Γενική δρομέως δρομέοιν δρομέων
Δοτική δρομεῖ δρομέοιν δρομεῦσι(ν)
Αιτιατική δρομέα δρομεῖ δρομέας
Κλητική δρομεῦ δρομεῖ δρομεῖς

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δρομεύς < δρόμος + -εύς

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δρομεύς αρσενικό

  1. δρομέας
  2. (στην Κρήτη) έφηβος
  3. άλογο κούρσας