δρομολόγιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δρομολόγιο δρομολόγια
γενική δρομολογίου δρομολογίων
αιτιατική δρομολόγιο δρομολόγια
κλητική δρομολόγιο δρομολόγια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δρομολόγιο < δρόμος + -ο- + -λόγιο

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðɾɔ.mɔ.ˈlɔ.ʝi.ɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δρομολόγιο ουδέτερο

  1. η κίνηση κάποιου οχήματος και η πόρευση σε συγκεκριμένη διαδρομή, με ορισμένη αρχή, ενδιάμεσα σημεία και τέλος
  2. η διαδρομή προκειμένου κάποιος να αφιχθεί στον προορισμό του

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]