δροσιά

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση
Τυπογραφικές παραλλαγές Δείτε επίσης : Δροσιά

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δροσιά δροσιές
γενική δροσιάς δροσιών
αιτιατική δροσιά δροσιές
κλητική δροσιά δροσιές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

δροσιά < ελληνιστική κοινή δροσία < αρχαία ελληνική δρόσος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

δροσιά θηλυκό

  1. ο ευχάριστος, ελαφρά ψυχρότερος, αέρας
  2. (συνεκδοχικά) το μέρος που έχει δροσιά (1)
  3. (μεταφορικά) η φρεσκάδα, η νεανικότητα
  4. οι σταγόνες που συγκεντρώνονται το πρωί στα φυτά και στο έδαφος

Εκφράσεις[]

Nuvola apps noatun.png Παράγωγες λέξεις[]

32πχ Μεταφράσεις[]