δρων

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Δείτε επίσης: δρῶν

Ελληνικά (el)[επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός      
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική ο δρων
δρώντας
η δρώσα το δρων
      γενική του δρώντος
δρώντα
της δρώσας
δρώσης*
του δρώντος
    αιτιατική τον δρώντα τη δρώσα το δρων
     κλητική δρων
δρώντα
δρώσα δρων
↓ πτώσεις   πληθυντικός  
γένη → αρσενικό θηλυκό ουδέτερο
ονομαστική οι δρώντες οι δρώσες τα δρώντα
      γενική των δρώντων των δρωσών των δρώντων
    αιτιατική τους δρώντες τις δρώσες τα δρώντα
     κλητική δρώντες δρώσες δρώντα
Οι αρχαίες καταλήξεις για τα τρία γένη: -ῶν -ῶσα, -ῶν από συναίρεση -άων, -άουσα, -άον
Οι δεύτεροι τύποι του αρσενικού, νεότερες μορφές.
* παλιότερος λόγιος τύπος
ομάδα 'κυβερνών', Κατηγορία όπως «κυβερνών» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δρων < μετοχή ενεστώτα του ρήματος δρω, αρχαία ελληνική δρῶν, συνηρημένη μετοχή ενεστώτα του ρήματος δράω

Μετοχή[επεξεργασία]

δρων, δρώσα, δρων

Μεταφράσεις[επεξεργασία]