δρώμενο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δρώμενο δρώμενα
γενική δρωμένου
& δρώμενου
δρωμένων
& δρώμενων
αιτιατική δρώμενο δρώμενα
κλητική δρώμενο δρώμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δρώμενο < δρώμενα < αρχαία ελληνική δρώμενα, ουδέτερο του δρώμενος, μετοχή παθητικού παρακειμένου του ρήματος δράω / δρῶ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δρώμενο ουδέτερο (συνήθως στον πληθυντικό: δρώμενα)

  1. θέαμα (ενίοτε δραματοποιημένο) θρησκευτικού χαρακτήρα
  2. κάτι που διαδραματίζεται, κάποια γεγονότα ή θεάματα, συνήθως καλλιτεχνικά, πολιτικά ή κοινωνικά

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

  • δείτε τη λέξη: δρω

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]