δρᾶμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυικός Πληθυντικός
Ονομαστική δρᾶμα δράματε δράματα
Γενική δράματος δραμάτοιν δραμάτων
Δοτική δράματι δραμάτοιν δράμασι
Αιτιατική δρᾶμα δράματε δράματα
Κλητική δρᾶμα δράματε δράματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δρᾶμα < δράω / δρῶ < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *derǝ- / *drā- (δρω)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δρᾶμα ουδέτερο

  1. δράση
  2. πράξη
  3. καθήκον
  4. δράμα
    1. τραγωδία
    2. κωμωδία
  5. (ελληνιστική κοινή) τραγικό γεγονός ή συμβάν