δυαδισμός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δυαδισμός < (διαχρονικό δάνειο) ελληνιστική κοινή δυαδισμός (δημιουργία δυάδας), (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική dualisme.[1][2]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ði.a.ðiˈzmos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δυ‐α‐δι‐σμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δυαδισμός αρσενικό
- (φιλοσοφία) ο δυϊσμός
- ※ (καθαρεύουσα) Ὁ δυαδισμός τῆς ὕλης καὶ τῆς ζωῆς δὲν εἶναι ὁ μόνος ὁ περιλαμβάνων τὸν ἄνθρωπον, ὑπάρχει ἐν αὐτῇ τὴ ζωὴ ἄλλος τις δυαδισμός, ἡ ψυχολογικὴ ζωή, ᾖς ἔχομεν συνείδησιν, καὶ ἡ φυσιολογική, ᾖς δὲν ἔχομεν (Κωνσταντίνος Στρατούλης, Πραγματεία Φιλοσοφίας, 1864, σελ. 256 )
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ δυαδισμός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- ↑ δυαδισμός - Χριστόφορος Χαραλαμπάκης, (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ελληνιστική κοινή (αρχαία κλίση) δεν μαρτυρείται δυϊκός αριθμός | ||||||||
| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||||||
|---|---|---|---|---|---|---|---|---|
| δῠᾰδῐσμ- | ||||||||
| ονομαστική | ὁ | δυαδισμός | οἱ | δυαδισμοί | ||||
| γενική | τοῦ | δυαδισμοῦ | τῶν | δυαδισμῶν | ||||
| δοτική | τῷ | δυαδισμῷ | τοῖς | δυαδισμοῖς | ||||
| αιτιατική | τὸν | δυαδισμόν | τοὺς | δυαδισμούς | ||||
| κλητική ὦ! | δυαδισμέ | δυαδισμοί | ||||||
| δυϊκός | ||||||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | δυαδισμώ | ||||||
| γεν-δοτ | τοῖν | δυαδισμοῖν | ||||||
| 2η κλίση, Κατηγορία 'ναός' όπως «ναός» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /dy.a.diˈzmos/ (4ος μ.Χ. αιώνας Κοινή)
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δυ‐α‐δι‐σμός
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δυαδισμός, -οῦ αρσενικό
Πηγές
[επεξεργασία]- δυαδισμός - Diccionario Griego-Español (DGE en línea) [Λεξικό ελληνικών (αρχαίων) - ισπανικών online] (στα ισπανικά) του Francisco R. Adrados (Φρανθίσκο Αδράδος) & Juan Rodríguez Somolinos, έως στο λήμμα «ἔξαυος» (συντομογραφίες).
- δυαδισμός - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Φιλοσοφία (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Καθαρεύουσα
- Ουσιαστικά με αρχαίες κλίσεις (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά με κλίση 'ναός' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά 2ης κλίσης αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά οξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά αρσενικά οξύτονα (ελληνιστική κοινή)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'ναός' αρσενικά (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις οξύτονες (ελληνιστική κοινή)
- Λέξεις με επίθημα -ισμός (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Χρειάζονται παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)