Μετάβαση στο περιεχόμενο

δυνάστης

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο δυνάστης οι δυνάστες
      γενική του δυνάστη των δυναστών
    αιτιατική τον δυνάστη τους δυνάστες
     κλητική δυνάστη δυνάστες
Κατηγορία όπως «ναύτης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δυνάστης < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική δυνάστης (κυρίαρχος)

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ðiˈna.stis/
τυπογραφικός συλλαβισμός: δυνάστης

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δυνάστης αρσενικό

  1. καταπιεστικός μονάρχης
      Οι Αμερικανοί δυνάστες έβαλαν σε εφαρμογή αμέσως δύο φοβερά μέτρα. (Έλλη Αλεξίου (1974) Ερνέστο Γκεβάρα [δοκίμιο])
  2. (κατ’ επέκταση) τυραννικός άνθρωπος που καταδυναστεύει τους ανθρώπους που τον περιβάλλουν και πάνω στους οποίους έχει κάποια μορφή εξουσίας

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
δυναστ- 

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]



Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δυνάστης < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δυνάστης (κυρίαρχος)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δυνάστης αρσενικό

  • δυνάστης
      15ος αιώνας Ερωτοπαίγνια, ανωνύμου, στίχ. 513 (513-514) @anemi.lib.uoc.gr
    Ἔρως, δυνάστα φοβερέ, χρουσοφτερουγοφόρε,
    τρέμω τὴν ἐλικίτσαν σου, φοβοῦμαι τὴν θεωριάν σου,
    Ερωτοπαίγνια = (Chansons d' amour) /publiées d' apres un manuscrit du XVe siècle apres une traduction, une étude critique sur les Εκατόλογα (Chanson des cent mots) des observations grammaticales et un index par D. C. Hesseling et Hubert Pernot.Paris :H. Welter ; Athènes : Elefthéroudakis et Barth, 1913.

Κλιτικοί τύποι

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
δῠνᾰστα-
ονομαστική δυνάστης οἱ δυνάσται
      γενική τοῦ δυνάστου τῶν δυναστῶν
      δοτική τῷ δυνάστ τοῖς δυνάσταις
    αιτιατική τὸν δυνάστην τοὺς δυνάστᾱς
     κλητική ! δυνάστ δυνάσται
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  δυνάστ
γεν-δοτ τοῖν  δυνάσταιν
Το δίχρονο φωνήεν της παραλήγουσας είναι βραχύ.
1η κλίση, ομάδα 'στρατιώτης', Κατηγορία 'τοξότης' όπως «τοξότης» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δυνάστης < πιθανή ανάλυση *δυ-ν-άσ-της με δυσερμήνευτο -σ-, οπότε συνδέεται με το δύναμαι.[1]  δείτε και τη λέξη δηρός

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δυνάστης, -ου [δῠνᾰστ-] αρσενικό (θηλυκό δυνάστειρα, δυνάστις)

Συγγενικά

[επεξεργασία]
 ετυμολογικό πεδίο 
δυναστ- 

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.