δυναμική

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: δύναμη, δυναμικό, δυναμικός

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δυναμική οι δυναμικές
      γενική της δυναμικής των δυναμικών
    αιτιατική τη δυναμική τις δυναμικές
     κλητική δυναμική δυναμικές
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυναμική < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική dynamique < ελληνιστική κοινή δυναμική, θηλυκό του δυναμικός < αρχαία ελληνική δύναμις < δύναμαι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *dewh₂-

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.na.mi.ˈci/

Ομώνυμα / Ομόηχα[επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυναμική θηλυκό

  1. (φυσική) επιστημονικός κλάδος που μελετά τα αίτια της κίνησης των σωμάτων και τους σχετικούς νόμους
    Υπερώνυμα: μηχανική
    αντώνυμα: στατική
  2. (μουσική) θεωρία που αφορά ένταση ενός ήχου
  3. (μεταφορικά) οι κατάλληλες συνθήκες που επικρατούν και οδηγούν στην εξέλιξη των πραγμάτων προς κάποια κατεύθυνση
    Η δυναμική τού κινήματος #MeToo, όμως, άλλαξε τα δεδομένα, οδηγώντας σε καταιγισμό αποκαλύψεων κρουσμάτων ανδρικής βίας. (*)

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτικός τύπος επιθέτου[επεξεργασία]

δυναμική