δυναμό

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυναμό < γαλλική dynamo (θεωρήθηκε ουδέτερο λόγω της κατάληξης) < σύντμηση του machine dynamoélectrique

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.na.ˈmɔ/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυναμό ουδέτερο άκλιτο

  1. συσκευή που παράγει ηλεκτρικό ρεύμα συνεχούς τάσεως, μέσω της ηλεκτρομαγνητικής επαγωγής, και τροφοδοτεί μπαταρίες και ηλεκτρικά συστήματα αυτοκινήτων

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]