δυναστεία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δυναστεία δυναστείες
γενική δυναστείας δυναστειών
αιτιατική δυναστεία δυναστείες
κλητική δυναστεία δυναστείες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυναστεία < (σημασιολογικό δάνειο) γαλλική dynastie < αρχαία ελληνική δυναστεία < δυναστεύω < δυνάστης

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυναστεία θηλυκό

  1. μία σειρά μοναρχών που προέρχονται από την ίδια οικογένεια και διαδέχονται ο ένας τον άλλον με βάση το δίκαιο της κληρονομικής διαδοχής
  2. (κατ’ επέκταση) οικογένεια με μεγάλη επιρροή στον οικονομικό ή πολιτικό τομέα για δύο ´ή περισσότερες γενιές

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυναστεία

  1. ισχύς, κυριαρχία
  2. ολιγαρχία


Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  • Henry Liddell - Robert Scott, A Greek English Lexicon, 7th Edition, 1883