δυναστευτικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δυναστευτικός δυναστευτική δυναστευτικό
γενική δυναστευτικού δυναστευτικής δυναστευτικού
αιτιατική δυναστευτικό δυναστευτική δυναστευτικό
κλητική δυναστευτικέ δυναστευτική δυναστευτικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυναστευτικοί δυναστευτικές δυναστευτικά
γενική δυναστευτικών δυναστευτικών δυναστευτικών
αιτιατική δυναστευτικούς δυναστευτικές δυναστευτικά
κλητική δυναστευτικοί δυναστευτικές δυναστευτικά


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυναστευτικός < δυναστεύω

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δυναστευτικός, -ή, -ό

  1. που καταδυναστεύει, καταπιεστικός, τυραννικός


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]