δυνητικά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυνητικά < δυνητικός

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

δυνητικά

  1. (φιλοσοφία) για κάτι εν δυνάμει υπαρκτό
  2. (καθομιλουμένη) για το δυνατό να συμβεί

Nuvola filesystems services.svg Σημειώσεις[επεξεργασία]

Στη σχολαστική φιλοσοφία το δυνητικό είναι αυτό που υπάρχει εν δυνάμει και όχι εν ενεργεία. «Το δέντρο είναι δυνητικά παρόν μέσα στο σπόρο». Μιλώντας με φιλοσοφική αυστηρότητα, το δυνητικό δεν αντιπαρατίθεται στο πραγματικό, αλλά στο εν ενεργεία υπαρκτό.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

δυνητικά