δυνητικός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δυνητικός δυνητική δυνητικό
γενική δυνητικού δυνητικής δυνητικού
αιτιατική δυνητικό δυνητική δυνητικό
κλητική δυνητικέ δυνητική δυνητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυνητικοί δυνητικές δυνητικά
γενική δυνητικών δυνητικών δυνητικών
αιτιατική δυνητικούς δυνητικές δυνητικά
κλητική δυνητικοί δυνητικές δυνητικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυνητικός < ελληνιστική κοινή δυνητικός < αρχαία ελληνική δύναμαι

Επίθετο[επεξεργασία]

δυνητικός, -ή, -ό

  1. που είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί ή να συμβεί, πιθανός, ενδεχόμενος, ο εφικτός υπό προϋποθέσεις ή απλή τυχαιότητα
  2. (νομική) που τίθεται σε εφαρμογή υπό προϋποθέσεις
    δυνητική ρήτρα
  3. (γραμματική) που θα μπορούσε να συμβεί
    δυνητική οριστική / ευκτική

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]