δυνητικός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δυνητικός δυνητική δυνητικό
γενική δυνητικού δυνητικής δυνητικού
αιτιατική δυνητικό δυνητική δυνητικό
κλητική δυνητικέ δυνητική δυνητικό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυνητικοί δυνητικές δυνητικά
γενική δυνητικών δυνητικών δυνητικών
αιτιατική δυνητικούς δυνητικές δυνητικά
κλητική δυνητικοί δυνητικές δυνητικά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυνητικός < ελληνιστική κοινή δυνητικός < αρχαία ελληνική δύναμαι

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δυνητικός, -ή, -ό

  1. που είναι δυνατόν να πραγματοποιηθεί ή να συμβεί, πιθανός, ενδεχόμενος, ο εφικτός υπό προϋποθέσεις ή απλή τυχαιότητα
  2. (νομικός όρος) που τίθεται σε εφαρμογή υπό προϋποθέσεις
    δυνητική' ρήτρα
  3. (γραμματική) που θα μπορούσε να συμβεί
    δυνητική οριτική / ευκτική

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]