δυνητικός
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δυνητικός < Ετυμολογίες ανά σημασία[1].
- 1. Η επιστημονική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική potentiel, virtuel.
- 2. Η πληροφορική σημασία < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική virtual (μαρτυρείται από το 1959).
- 3. Η γραμματική σημασία < λόγιο διαχρονικό δάνειο από την ελληνιστική κοινή δυνητικός[2].
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /ði.ni.tiˈkos/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : δυ‐νη‐τι‐κός
Επίθετο
[επεξεργασία]δυνητικός, -ή, -ό
- (επιστημονικός όρος) που μπορεί να συμβεί, να υπάρξει ή να πραγματοποιηθεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις
(νομικός όρος) δυνητική ρήτρα- ≈ συνώνυμα: εν δυνάμει, ενδεχόμενος, πιθανός
- (πληροφορική) εικονικός
δυνητικές κοινότητες- ≈ συνώνυμα: διαδικτυακός, δικτυακός, ψηφιακός
- ≠ αντώνυμα: πραγματικός, φυσικός
- (γραμματική) ρηματική μορφή ή σύνταξη που εκφράζει κάτι που είναι δυνατό ή πιθανό
Συγγενικά
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] 1. που μπορεί να συμβεί, να υπάρξει ή να πραγματοποιηθεί υπό ορισμένες προϋποθέσεις
Αναφορές
[επεξεργασία]- ↑ δυνητικός - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες σύμβολα)
- ↑ δυνητικός - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'καλός' (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα γαλλικά (νέα ελληνικά)
- Σημασιολογικά δάνεια από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αγγλικά (νέα ελληνικά)
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από την ελληνιστική κοινή (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επιστημονικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Νομικοί όροι (νέα ελληνικά)
- Πληροφορική (νέα ελληνικά)
- Γραμματική (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)