δυνητικότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δυνητικότητα δυνητικότητες
γενική δυνητικότητας δυνητικοτήτων
αιτιατική δυνητικότητα δυνητικότητες
κλητική δυνητικότητα δυνητικότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυνητικότητα < δυνητικ(ός) + (λόγιο) -ότης > -ότητα[1]

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυνητικότητα

  1. η ιδιότητα του δυνητικού
  2. (φιλοσοφία, φυσική) η συνολική κατανομή των δυνατών καταστάσεων, ευρεία γκάμα μελλοντικών εκδοχών, οι εναλλακτικές εκδοχές του μέλλοντος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. δυνητικότητα στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.