δυσήνιος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ονομαστική | ο/η | δυσήνιος | το | δυσήνιο | ||
| γενική | του/της | δυσήνιου | του | δυσήνιου | ||
| αιτιατική | τον/τη | δυσήνιο | το | δυσήνιο | ||
| κλητική | δυσήνιε | δυσήνιο | ||||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| → γένη | αρσενικό & θηλυκό | ουδέτερο | ||||
| ονομαστική | οι | δυσήνιοι | τα | δυσήνια | ||
| γενική | των | δυσήνιων | των | δυσήνιων | ||
| αιτιατική | τους/τις | δυσήνιους | τα | δυσήνια | ||
| κλητική | δυσήνιοι | δυσήνια | ||||
| Λόγιο επίθετο που δε συνηθίζει τον νεότερο τύπο του θηλυκού σε -α. | ||||||
| ομάδα '-ος -ος -ο', Κατηγορία όπως «εμβολοφόρος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δυσήνιος < αρχαία ελληνική δυσήνιος (δυσ- + ηνίο)
Επίθετο
[επεξεργασία]δυσήνιος, -ος, -ο
- απείθαρχος, που δεν τιθασεύεται εύκολα, αδάμαστος, αυτός που δύσκολα δέχεται χαλινάρι
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] δυσήνιος
|
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δυσήνιος < → λείπει η ετυμολογία
Επίθετο
[επεξεργασία]δυσήνιος -ος, -ον (ελληνιστική κοινή)
- (για ζώα) αδάμαστος
- ※ 1ος/2ος κε αιώνας Επίκτητος, Επικτήτειον Γνωμολογικόν [Gnomologium Epicteteum (e Stobaei libris 3-4)], Section 63 @scaife.perseus
- Καθάπερ ἀγαθὸς πωλοδάμνης οὐ τῶν πώλων τοὺς μὲν ἀγαθοὺς τρέφει, τοὺς δὲ δυσηνίους λιμώττειν ἐᾷ, ἀλλὰ τρέφει μὲν ἐπ' ἴσης ἄμφω, κολάζει δὲ μᾶλλον θάτερον ἐξισοῦν θατέρῳ βιαζόμενος μέρει: οὕτω καὶ κηδεμονικὸς ἀνὴρ καὶ πολιτικῆς ἐπιστήμων δυνάμεως τῶν πολιτῶν τοὺς μὲν εὐγνώμονας ποιεῖν ἐπιχειρεῖ, τοὺς δὲ ἔμπαλιν οὐ καθάπαξ διαφθείρεσθαι,
- ※ 2ος/3ος κε αιώνας Φλάβιος Φιλόστρατος, Βίος Απολλωνίου του Τυανέως, Βιβλίο Α
- κἀκεῖνον μέν, ὥσπερ οἱ καταψῶντες τοὺς δυσηνίους τε καὶ μὴ εὐαγώγους τῶν ἵππων, ἐς πειθὼ ἤγαγε καὶ μετερρύθμισε τῶν ἁμαρτημάτων πολλῶν ὄντων,
- ※ 1ος/2ος κε αιώνας Επίκτητος, Επικτήτειον Γνωμολογικόν [Gnomologium Epicteteum (e Stobaei libris 3-4)], Section 63 @scaife.perseus
- (για ανθρώπους) απείθαρχος, ατίθασος, αδάμαστος
- ※ 2ος/3ος κε αιώνας ⌘ Ωριγένης, Expositio in Proverbia (fragmenta e catenis), 2.4 @scaife.perseus
- εἰ δὲ νέους δύναται συνετίζειν ἔνθα πολὺ τὸ δυσήνιον, μὴ παρούσης· πολλῷ μᾶλλον πρεσβύτῃ ὠφέλιμος.
- ※ 2ος/3ος κε αιώνας ⌘ Ωριγένης, Expositio in Proverbia (fragmenta e catenis), 2.4 @scaife.perseus
- (μεταφορικά) ανεξέλεγκτος
Επίθετο
[επεξεργασία]δυσήνιος -ος, -ον
- αυτός που εύκολα πέφτει σε ανία, αυτός που εύκολα εκνευρίζεται, βαρύθυμος
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Ἱπποκράτης, Ἐπιδημίαι, Epidemiarum, 3.17.11 @scaife.perseus
- Ἐν Θάσῳ γυνὴ δυσήνιος, ἐκ λύπης μετὰ προφάσιος ὀρθοστάδην ἐγένετο ἄγρυπνός τε καὶ ἄσιτος,
- ≈ συνώνυμα: δυσάνιος
- ※ 5ος πκε αιώνας ⌘ Ἱπποκράτης, Ἐπιδημίαι, Epidemiarum, 3.17.11 @scaife.perseus
Πηγές
[επεξεργασία]- δυσήνιος - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Επίθετα που κλίνονται όπως η ομάδα '-ος -ος -ο' (νέα ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'εμβολοφόρος' (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα δυσ- (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Επίθετα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Επίθετα με κλίση 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα 2ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα που κλίνονται όπως το 'δύσκολος' (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις προπαροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Επίθετα προπαροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ελλείπουσες ετυμολογίες (αρχαία ελληνικά)
- Ελληνιστική κοινή
- Επίθετα (ελληνιστική κοινή)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (ελληνιστική κοινή)
- Μεταφορικοί όροι (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Επίθετα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από ιατρικά κείμενα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)