Μετάβαση στο περιεχόμενο

δυσαρέσκεια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δυσαρέσκεια οι δυσαρέσκειες
      γενική της δυσαρέσκειας των δυσαρεσκειών
    αιτιατική τη δυσαρέσκεια τις δυσαρέσκειες
     κλητική δυσαρέσκεια δυσαρέσκειες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δυσαρέσκεια < δυσ- + ἀρέσκω

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δυσαρέσκεια θηλυκό

  • το συναίσθημα που προκαλείται από μια δυσάρεστη κατάσταση ή από κάτι που δεν εγκρίνουμε ή μας βλάπτει
      ... εκλαμβάνει (και, σ’ έναν δεύτερο χρόνο, υποδεικνύει) αυτά τα δυο «άκρα» ως συγκοινωνούντα δοχεία υποδοχής της κοινωνικής δυσαρέσκειας. (Χωροταξικός «αριστεροχουντισμός», 16/07/23, efsyn.gr )

Συνώνυμα

[επεξεργασία]

Αντώνυμα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]