δυσαρεστήσουν

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Open book 01.svg Ρηματικός τύπος[επεξεργασία]

δυσαρεστήσουν

  1. (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' πληθυντικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος δυσαρεστώ
  2. θα δυσαρεστήσουν: γ' πληθυντικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος δυσαρεστώ