δυσειδής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δυσειδής δυσειδής δυσειδές
γενική δυσειδούς δυσειδούς δυσειδούς
αιτιατική δυσειδή δυσειδή δυσειδές
κλητική δυσειδή(ς) δυσειδής δυσειδές
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυσειδείς δυσειδείς δυσειδή
γενική δυσειδών δυσειδών δυσειδών
αιτιατική δυσειδείς δυσειδείς δυσειδή
κλητική δυσειδείς δυσειδείς δυσειδή

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσειδής < αρχαία ελληνική δυσειδής. Μορφολογικά, δυσ- + -ειδής από το εἶδος "μορφή, σχήμα"

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɛ.viˈðis/

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δυσειδής, -ής, -ές (παραθετικά: δυσειδέστερος, δυσειδέστατος)

  1. (λόγιο) δύσμορφος, με άσχημη μορφή

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]