δυσθερμαγωγός

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δυσθερμαγωγός δυσθερμαγωγός δυσθερμαγωγό
γενική δυσθερμαγωγού δυσθερμαγωγού δυσθερμαγωγού
αιτιατική δυσθερμαγωγό δυσθερμαγωγό δυσθερμαγωγό
κλητική δυσθερμαγωγέ δυσθερμαγωγέ δυσθερμαγωγό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυσθερμαγωγοί δυσθερμαγωγοί δυσθερμαγωγά
γενική δυσθερμαγωγών δυσθερμαγωγών δυσθερμαγωγών
αιτιατική δυσθερμαγωγούς δυσθερμαγωγούς δυσθερμαγωγά
κλητική δυσθερμαγωγοί δυσθερμαγωγοί δυσθερμαγωγά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσθερμαγωγός < δυσ- + θερμαγωγός

Επίθετο[επεξεργασία]

δυσθερμαγωγός

Συνώνυμα[επεξεργασία]

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]