δυσκίνητος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δυσκίνητος δυσκίνητη δυσκίνητο
γενική δυσκίνητου δυσκίνητης δυσκίνητου
αιτιατική δυσκίνητο δυσκίνητη δυσκίνητο
κλητική δυσκίνητε δυσκίνητη δυσκίνητο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυσκίνητοι δυσκίνητες δυσκίνητα
γενική δυσκίνητων δυσκίνητων δυσκίνητων
αιτιατική δυσκίνητους δυσκίνητες δυσκίνητα
κλητική δυσκίνητοι δυσκίνητες δυσκίνητα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσκίνητος < αρχαία ελληνική δυσκίνητος < δυσ- + κινητός

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ði.ˈsci.ni.tɔs/ αρσενικό
ΔΦΑ : /ði.ˈsci.ni.ti/ θηλυκό
ΔΦΑ : /ði.ˈsci.ni.tɔ/ ουδέτερο

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δυσκίνητος, -η, -ο

  1. που κινείται αργά ή με μεγάλη δυσκολία
  2. (μεταφορικά) που δεν παίρνει εύκολα αποφάσεις
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: νωθρός
  3. (μεταφορικά) που έχει δυσκολία στην αντίληψη, που αργεί να καταλάβει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: αργόστροφος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]