δυσκολία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δυσκολία δυσκολίες
γενική δυσκολίας δυσκολιών
αιτιατική δυσκολία δυσκολίες
κλητική δυσκολία δυσκολίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσκολία < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυσκολία θηλυκό

  1. πρόβλημα, δυσλειτουργία, η ανικανότητα να κάνει κανείς κάτι τόσο γρήγορα ή τόσο καλά όσο θα γινόταν κανονικά από άλλους
    μαθησιακές δυσκολίες, δυσκολία αναπνοής
  2. αντιξοότητα, δυσάρεστη κατάσταση ή περίοδος
    αντιμετωπίζει τις δυσκολίες της ζωής πάντα με αισιοδοξία
  3. το αποτέλεσμα της ύπαρξης εμποδίων που επιβαρύνουν μια κίνηση ή μια πράξη
    με δυσκολία η κυκλοφορία στο κέντρο της πόλης λόγω των συνεχιζόμενων διαδηλώσεων

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]