δυσλειτουργώ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσλειτουργώ < δυσ- + λειτουργώ ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική malfunction)

Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðis.li.tuɾ.ˈɣɔ/

Ρήμα[επεξεργασία]

δυσλειτουργώ

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]