δυσμηνόρροια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δυσμηνόρροια οι δυσμηνόρροιες
      γενική της δυσμηνόρροιας των δυσμηνορροιών
    αιτιατική τη δυσμηνόρροια τις δυσμηνόρροιες
     κλητική δυσμηνόρροια δυσμηνόρροιες
όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσμηνόρροια < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυσμηνόρροια θηλυκό (πληθυντικός : πληθυντικός_της_λέξης)

  • επώδυνη εμμηνόρροια


Μεταφράσεις[επεξεργασία]