δυσπαρευνία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δυσπαρευνία δυσπαρευνίες
γενική δυσπαρευνίας δυσπαρευνιών
αιτιατική δυσπαρευνία δυσπαρευνίες
κλητική δυσπαρευνία δυσπαρευνίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσπαρευνία < νεολατινική dyspareunia < αρχαία ελληνική δυσπάρευνος + -ία < δυσ- + πάρευνος < παρά + εὐνή

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ðis.pa.ɾɛv.ˈni.a/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυσπαρευνία θηλυκό

  1. (ιατρική) παθολογική κατάσταση κατά την οποία η συνουσία είναι επώδυνη

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]