δυσπεψία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δυσπεψία δυσπεψίες
γενική δυσπεψίας δυσπεψιών
αιτιατική δυσπεψία δυσπεψίες
κλητική δυσπεψία δυσπεψίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσπεψία < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυσπεψία θηλυκό (πληθυντικός : πληθυντικός_της_λέξης)

  • διαταραχή της πέψης που εκδηλώνεται με διάφορα στομαχικά ενοχλήματα.


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]