δυσπιστώ
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δυσπιστώ < ελληνιστική κοινή δυσπιστέω / δυσπιστῶ < αρχαία ελληνική δύσπιστος
Ρήμα
[επεξεργασία]δυσπιστώ
- είμαι δύσπιστος απέναντι σε κάποιον ή σε κάτι
- ※ Αυτοί που γλύτωσαν ήταν οι Λιφιεράκηδες. Τζερεμέδες και παραβατικοί, μαθημένοι να δυσπιστούν. Έβαλαν τσιλιαδόρο στο έμπα του χωριού, που όταν είδε τα σκούρα έτρεξε και τους ειδοποίησε. Και σκορπίστηκαν οι μπαγάσηδες χωρίς να ειδοποιήσουν κανέναν, ούτε τους οργανοπαίκτες, που οι Γερμανοί φεύγοντας τους πήραν μαζί τους ομήρους στη Βιάννο. (Δημήτρης Στεφανάκης, Μινώταυρος, εκδ. Μεταίχμιο, 2023)