δυσπρόσιο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσπρόσιο < λόγιο ενδογενές δάνειο: νεολατινική dysprosium < αρχαία ελληνική δυσπρόσιτος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυσπρόσιο ουδέτερο, μόνο στον ενικό

  1. (χημεία) μεταλλικό χημικό στοιχείο, που ανήκει στις λανθανίδες, με ατομικό αριθμό 66 και χημικό σύμβολο το Dy
     πτώσεις  ↓          ενικός      
ονομαστική το δυσπρόσιο
      γενική του δυσπροσίου
    αιτιατική το δυσπρόσιο
     κλητική δυσπρόσιο
Παράρτημα

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]