δυσσέβεια

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η δυσσέβεια οι δυσσέβειες
      γενική της δυσσέβειας των δυσσεβειών
    αιτιατική τη δυσσέβεια τις δυσσέβειες
     κλητική δυσσέβεια δυσσέβειες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσσέβεια < (διαχρονικό) αρχαία ελληνική δυσσέβειαδείτε τις λέξεις δυσ- και σέβας

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυσσέβεια θηλυκό

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική δυσσέβει αἱ δυσσέβειαι
      γενική τῆς δυσσεβείᾱς τῶν δυσσεβειῶν
      δοτική τῇ δυσσεβεί ταῖς δυσσεβείαις
    αιτιατική τὴν δυσσέβειᾰν τὰς δυσσεβείᾱς
     κλητική ! δυσσέβει δυσσέβειαι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  δυσσεβεί
γεν-δοτ τοῖν  δυσσεβείαιν
1η κλίση όπως «βοήθεια» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυσσέβεια < δυσσεβ(ής) + -ειαδείτε τις λέξεις δυσ- και σέβας

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυσσέβεια θηλυκό

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Πηγές[επεξεργασία]