δυστοκία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δυστοκία δυστοκίες
γενική δυστοκίας δυστοκιών
αιτιατική δυστοκία δυστοκίες
κλητική δυστοκία δυστοκίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυστοκία < αρχαία ελληνική δυστοκία < δυσ- + τόκος + -ία < τίκτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυστοκία θηλυκό

  1. (ιατρική) οι δυσκολίες που παρουσιάζονται κατά την διαδικασία ενός τοκετού
  2. (μεταφορικά) οι δυσκολίες που παρουσιάζονται κατά την διαδικασία δημιουργίας ή ολοκλήρωσης ενός πράγματος

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Δυϊκός Πληθυντικός
Ονομαστική δυστοκία δυστοκία δυστοκίαι
Γενική δυστοκίας δυστοκίαιν δυστοκιῶν
Δοτική δυστοκί δυστοκίαιν δυστοκίαις
Αιτιατική δυστοκίαν δυστοκία δυστοκίας
Κλητική δυστοκία δυστοκία δυστοκίαι

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυστοκία < δυσ- + τόκος + -ία < τίκτω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυστοκία θηλυκό

  1. (ιατρική) δυστοκία, δύσκολος τοκετός, με πόνους