Μετάβαση στο περιεχόμενο

δυσχείμερος

Από Βικιλεξικό

Μεσαιωνικά ελληνικά (gkm)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δυσχείμερος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική δυσχείμερος

Επίθετο

[επεξεργασία]

δυσχείμερος

  1. πολύ ψυχρός, παγωμένος, που έχει βαρυχειμωνιά
  2. (για έρωτα) που προκαλεί αναστάτωση, ταραχή



Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 γένη αρσενικό & θηλυκό ουδέτερο
 πτώσεις       ενικός      
ονομαστική / δυσχείμερος τὸ δυσχείμερον
      γενική τοῦ/τῆς δυσχειμέρου τοῦ δυσχειμέρου
      δοτική τῷ/τῇ δυσχειμέρ τῷ δυσχειμέρ
    αιτιατική τὸν/τὴν δυσχείμερον τὸ δυσχείμερον
     κλητική ! δυσχείμερε δυσχείμερον
 πτώσεις   πληθυντικός  
ονομαστική οἱ/αἱ δυσχείμεροι τὰ δυσχείμερ
      γενική τῶν δυσχειμέρων τῶν δυσχειμέρων
      δοτική τοῖς/ταῖς δυσχειμέροις τοῖς δυσχειμέροις
    αιτιατική τοὺς/τὰς δυσχειμέρους τὰ δυσχείμερ
     κλητική ! δυσχείμεροι δυσχείμερ
    δυϊκός  
ονομ-αιτ-κλ τὼ δυσχειμέρω τὼ δυσχειμέρω
      γεν-δοτ τοῖν δυσχειμέροιν τοῖν δυσχειμέροιν
2η κλίση, Κατηγορία 'δύσκολος' όπως «δύσκολος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δυσχείμερος < δυσ- + χείμερος (< χεῖμα)

Επίθετο

[επεξεργασία]

δυσχείμερος, -ος, -ον, συγκριτικός: δυσχειμερώτερος, υπερθετικός: δυσχειμερώτατος

  1. πολύ ψυχρός, παγωμένος, που έχει βαρυχειμωνιά
     8ος αιώνας πκε  Ὅμηρος, Ἰλιάς, 2 (Β. Ὄνειρος. Διάπειρα. Βοιωτία ἢ κατάλογος νεῶν.), στίχ. 750
    οἳ περὶ Δωδώνην δυσχείμερον οἰκί᾽ ἔθεντο,
    όσοι στην κακοχείμωνην Δωδώνην κατοικήσαν,
    Έμμετρη μετάφραση (1922): Ιάκωβος Πολυλάς, @greeklanguage.gr
    5ος αιώνας πκε  Ἡρόδοτος, Ἱστορίαι, 4 (Μελπομένη), 28.1
    δυσχείμερος δὲ αὕτη ἡ καταλεχθεῖσα πᾶσα χώρη οὕτω δή τί ἐστι, ἔνθα τοὺς μὲν ὀκτὼ τῶν μηνῶν ἀφόρητος οἷος γίνεται κρυμός, ἐν τοῖσι ὕδωρ ἐκχέας πηλὸν οὐ ποιήσεις, πῦρ δὲ ἀνακαίων ποιήσεις πηλόν·
    Και σ᾽ όλ᾽ αυτά τα μέρη που καταγράφτηκαν κάνει μια τέτοια βαρυχειμωνιά, καθώς στους οχτώ μήνες το κρύο είναι ανυπόφορο, έτσι που χύνοντας στο χώμα νερό δε θα κάνεις λάσπη· μόνο ανάβοντας φωτιά θα κάνεις λάσπη.
    Μετάφραση (1992): Ηλίας Σπυρόπουλος. Αθήνα:Γκοβόστης @greeklanguage.gr
      5ος/4ος πκε αιώνας Ἀριστοφάνης, Βάτραχοι, στίχ. 125 (125-126)
    [ΔΙΟΝΥΣΟΣ] ψυχράν γε καὶ δυσχείμερον· | εὐθὺς γὰρ ἀποπήγνυσι τἀντικνήμια.
    [ΔΙΟΝΥΣΟΣ] Αυτό, καλέ, είναι κρύο και παγωμένο· | τις γάμπες στη στιγμή σου τις παγώνει..
    Μετάφραση (1967): Θρασύβουλος Σταύρου, Αθήνα:Τυποβιβλιοτεχνική @greeklanguage.gr
  2. που δύσκολα υποφέρει το κρύο, το χειμώνα

Συγγενικά

[επεξεργασία]