δυσωδία
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | δυσωδία | οι | δυσωδίες |
| γενική | της | δυσωδίας | των | δυσωδιών |
| αιτιατική | τη | δυσωδία | τις | δυσωδίες |
| κλητική | δυσωδία | δυσωδίες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- δυσωδία < αρχαία ελληνική < δυσώδης
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]δυσωδία θηλυκό
- η δυσάρεστη οσμή (και μεταφορικά)
- ※ Αν έβγαινες στο δρόμο, μύριζε από τη ζέστη το κόπρανο της καμήλας και του μουλαριού. Την άνοιξη, αφήνει σπόρο η κοπριά αυτή και βγαίνουν κάτι τεράστια βλαστάρια, να γεμίσει πρασινάδα παντού, σα να θέλει με τη φρεσκάδα της να κρύψει τη δυσωδία των τούρκικων μαχαλάδων. (Μάρα Μεϊμαρίδη, Οι Μάγισσες της Σμύρνης, εκδ. Καστανιώτη, 2011)