δυτικοευρωπαϊκός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική δυτικοευρωπαϊκός δυτικοευρωπαϊκή δυτικοευρωπαϊκό
γενική δυτικοευρωπαϊκού δυτικοευρωπαϊκής δυτικοευρωπαϊκού
αιτιατική δυτικοευρωπαϊκό δυτικοευρωπαϊκή δυτικοευρωπαϊκό
κλητική δυτικοευρωπαϊκέ δυτικοευρωπαϊκή δυτικοευρωπαϊκό
πτώση πληθυντικός
ονομαστική δυτικοευρωπαϊκοί δυτικοευρωπαϊκές δυτικοευρωπαϊκά
γενική δυτικοευρωπαϊκών δυτικοευρωπαϊκών δυτικοευρωπαϊκών
αιτιατική δυτικοευρωπαϊκούς δυτικοευρωπαϊκές δυτικοευρωπαϊκά
κλητική δυτικοευρωπαϊκοί δυτικοευρωπαϊκές δυτικοευρωπαϊκά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυτικοευρωπαϊκός < δυτικός + ευρωπαϊκός ((μεταφραστικό δάνειο) (γερμανικά) westeuropäisch (de))

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

δυτικοευρωπαϊκός, -η, -ο (επίρρημα: δυτικοευρωπαϊκά)

  • που έχει σχέση, ανήκει ή αναφέρεται στη Δυτική Ευρώπη και τους κατοίκους της

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]