δυφιακά

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυφιακά < δυφιακός < δυφίο

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

δυφιακά

  • με τρόπο που συσχετίζεται με δυφία
    χρησιμοποιείται ως προσδιοριστικό συνθετικό σε όρους όπως: δυφιακά απεικονιζόμενος, δυφιακά δομημένος κ.ά.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]