δυφιόρρευμα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυφιόρρευμα < σύνθετη λέξη δυφίο + ρεύμα
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δυφιόρρευμα δυφιορρεύματα
γενική δυφιορρεύματος δυφιορρευμάτων
αιτιατική δυφιόρρευμα δυφιορρεύματα
κλητική δυφιόρρευμα δυφιορρεύματα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυφιόρρευμα ουδέτερο

  • (τηλεπικοινωνίες) συνεχής σειρά δυφίων που μεταδίδονται μέσα από μια γραμμή μετάδοσης
Αποτελεί προσδιοριζόμενο συνθετικό σε όρους όπως: δυφιόρρευμα δεδομένων, ακουστικό δυφιόρρευμα, δυφιόρρευμα βασικής πρόσβασης κ.ά


32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]