δυϊσμός

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική δυϊσμός δυϊσμοί
γενική δυϊσμού δυϊσμών
αιτιατική δυϊσμό δυϊσμούς
κλητική δυϊσμέ δυϊσμοί

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

δυϊσμός < δύο, θέμ- δυ- και κατάληξη -ισμός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δυϊσμός αρσενικό και δυαλισμός, διαρχία

  1. (γενικός όρος) θεωρία κατά την οποία τα πάντα έχουν δύο αρχές, η περιγραφή φαινομένου μέσω δύο διαφορετικών και συχνά αντιφατικών φορμαλισμών-μεθοδολογιών-μηχανισμών
    • (φιλοσοφία), (μεταφυσική) το πνεύμα και την ύλη→ (μετεξέλιξη) για τον όρο διαρχία
      δυϊσμός της ανθρώπινης φύσης: Ο άνθρωπος για τον René Descartes ήταν δυιστική κρεατομαριονέτα της ψυχής.
    • (φιλοσοφία) η θεωρία που υποστηρίζει, ότι υπάρχουν δυο συνιστώσες που δεν μπορούν να αναχθούν η μία στην άλλη, όπως ψυχρό και θερμό, φως και σκότος.
    • (φυσική) η μη ολοκληρωμένη παλαιότερα κβαντική θεωρία πεδίου (QFT), η διαφορετική αντιμετώπιση των σωματιδίων και των πεδίων (πχ. κατά Dirac) (είτε ως παλαιότερη άποψη λόγω μη γνώσης, είτε ως προσεγγιστική ή υπολογιστική μέθοδος για συγκεκριμένο πρόβλημα)
  2. (καρτεσιανή θεώρηση) το αυθαίρετο συμπέρασμα του Ρενέ Ντεκάρτ ότι η βεβαιότητα σκέψης καθιστά το μυαλό-πνεύμα υποστατό ενώ η δυνητικότητα αισθητηριακής πλάνης καθιστά το υλικό σώμα σαφώς διαχωρισμένο, αυθαίρετος πνευματοϋλικός διαχωρισμός θεμελιωμένος στην δυνητικότητα αισθητηριακής πλάνης (ρητορικά πλήρης μα επιστημονικά ασύνδετη-ασυσχέτιστη υπόθεση)


Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Books-aj.svg aj ashton 01g.png Αντώνυμα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]